ή να το πούμε καλύτερα ιστορική αναδρομή;
Το πρώτο μου ποδήλατο δεν το θυμάμαι καθόλου. Καθόλου όμως. Μάλλον θα είχε δεκαπέντε βοηθητικές ρόδες, πολλά χρώματα και μια εκνευριστική κόρνα, όπως καταλαβαίνω από τα μισόλογα της μαμάς μου.
Το δεύτερο καμάρι μου, ήταν ένα ροζ ποδήλατο που μου πήρε δώρο η αγαπητή νούνα μου για τα γενέθλιά μου. Είχε δύο μόνο βοηθητικές ρόδες που αρκετά γρήγορα σταμάτησαν να κάνουν τη δουλειά τους, δηλαδή να βοηθάνε, και κατέληξαν στην αποθήκη με όλη την παλιατζούρα της γιαγιάς μου! Καλό ποδηλατάκι, γρήγορο, αξιόπιστο και πολύ κουλ για τη συγκεκριμένη εποχή. Αξέχαστες βόλτες, κάθε βόλτα και χτύπημα στο γόνατο, πρώτη φορά χωρίς χέρια, πρώτη φορά χωρίς πόδια, πρώτη φορά πέσιμο ολκής μ ε τα μούτρα, ράμματα, παγάκια, πούλβο. Αχχχ….those were the days…
Στο τρίτο ποδήλατο, έσπασε ο δάολος το ποδάρι του και το κερδίσαμε. Που δε σας λέω, ένα μόνο θα πω. Στον σκελετό έγραφε Πατατάκια-Γαριδάκια ΦΛΩΡΙΝΑ, με πορτοκαλί γράμαμτα σε άσπρο φόντο. Τέλεια; Είχε επίσης μια σχάρα, ένα καλάθι, μια κόρνα, ένα μπροστινό φως που λειτουργούσε με δυναμό και ένα μικρό κόκκινο πίσω. Τα είχε δηλαδή όλα, απλά δεν ήταν αυτό που έπρεπε και είχαν όλοι οι συνομίληκοί μου. BMX. ΟΛΟΙ.BMX.ΟΛΟΙ..και η κουτσή Μαρία, κι αυτή. Τι να πρωτοθυμηθώ; Τα όλο αγάπη βλέμματα των συμμαθητών μου; Το οτι μαλώνανε ποιος θα με πάρει στην ομάδα του; Μαλακισμένα όλα, όλη μερά κορόιδευαν. Εντάξει δε λέω, δεν κορόιδευαν χωρίς λόγο, αλλά σαν το φουιτ που “τυχαία” έπαθε το μεγαλύτερο αλάνι μας, δεν είχε. Δε μ’αφήνεις να παίξω βρωμόπαιδο; Δε θα παίξει κανείς τότε. Απλά και δημοκρατικά. Τέλος.
Τα πέτρινα χρόνια πέρασαν γρήγορα και ήρθε η εποχή των mountain bike. Η εποχή που το γάλα που πίναμε τόσα χρόνια, έπιασε επιτέλους τόπο και πήραν απότομα ύψος. Το “πίναμε” και ¨πήραν” δεν είναι κάποιο ξεχασμένο γλωσσικό ιδίωμα της αττικής διαλέκτου φίλε αναγνώστη. Είναι η πικρή αλήθεια…Το δικό μου το καλαμάκι μάλλον ήταν τρύπιο και το πολύτιμο κάλσιο δεν έφτασε ποτέ στην Ιθάκη του, δηλαδή στα κόκαλα μου, που διατήρησαν την πρώτη τους διάπλαση αυτή του ανθρώπου μινιόν. Το ερώτημα όμως ήταν; Είχα δικαίωμα στη νέα μόδα; Μπορούσα να φτάσω κάτω έχοντας τη σέλα τέρμα χαμηλωμένη; Θα περνούσα αυτή τη δύσκολη δοκιμασία;! Και τελικά τα κατάφερα! Και ήμουν σαν όλους τους άλλους (δηλαδή τα μαλακισμένα της προηγούμενης παραγράφου).Μέχρι που συνέβη το μοιραίο και ένα ωραίο πρωινό το ποδήλατο έλειπε από τη θέση του. Εκλάπη. Μεγάλη φασαρία, οι γειτόνισσες επέμεναν ότι είναι ο Αλβανός, όχι έλεγε ο μπαμπάς μου, τον ήξερε τον άνθρωπο. Μα πως, επέμεναν αυτές, αφού είναι ναρκομανής και νταβατζής. Σωστά; Για το κλεπτομανής θα χαλάσουμε τις καρδιές μας; Μικρά παιδιά είμαστε; Η ουσία είναι ότι δεν είχα πια ποδήλατο και τον υπόλοιπο καιρό βολευόμουν με δανεικά, μέχρι που πέρασα στο πανεπιστήμιο και το ποδήλατο έμοιαζε πια με μακρινό θολό όνειρο.
Έξι χρόνια μετά, σε άλλη χώρα, χωρίς μαλακισμένους συμμαθητές, μυθομανείς γειτόνισσες και γάλα, ένα ποδήλατο βρήκε τη θέση που του άξιζε στο πλευρό μου. Ένα ποδήλατο δώρο!!!! Ένας χρόνος έχει περάσει από τότε και οι επιδόσεις μου έχουν βελτιωθεί δραματικά. Και δεν είναι οι επιδόσεις, είναι και η ανάγκη να φέυγω, να βλέπω το δρόμο να περνάει, να βλέπω το δρόμο μπροστά και να μην τελειώνει ποτέ. Είναι η μπύρα που έχει άλλη γεύση, ύστερα από εβδομήντα χιλιόμετρα! Cheers!